Ήταν μια μακρινή εποχή, κάπου στο 620 π.Χ. περίπου, όταν οι Αθηναίοι είχαν αυτό που πάντα έχουν επί αιώνες και αιώνες. Τη μπαγαμποντιά, την  απάτη, τη ματσαράγκα, την κλεψιά -όχι από τράπεζες βέβαια- και διάφορες άλλες καταπατήσεις των νόμων. Που φαίνεται ότι ήσαν κάπως χαλαροί, με τα διάφορα παραθυράκια που πολλές φορές έχει ο νόμος, αλλά και μάλλον με την έλλειψη συστηματικής νομοθεσίας. Και εξ αιτίας αυτής της έλλειψης, η απονομή της δικαιοσύνης δεν ήταν καθόλου εύκολη τους παλιούς εκείνους καιρούς. Σε αντίθεση με τη Σπάρτη, στην οποία, χωρίς να έχουν το σλόγκαν «Τάξις και ηθική», εφαρμόζανε και τα δύο αυτά. Την τάξη και την ηθική, που ίσως τα είχε νομοθετήσει ο Λυκούργος, που όμως δεν έχει αποδειχτεί η ιστορική του ύπαρξη. Άλλοι όμως βεβαιώνουν ότι έζησε γύρω στην εποχή της πρώτης Ολυμπιάδας, κάπου στο 770 π.Χ.

Λοιπόν, φαίνεται ότι υπήρχε χάος στην Αθήνα, όπως άλλωστε υπάρχει και σήμερα, και μάλιστα πολύ περισσότερο. Και είδαν απόειδαν οι άρχοντες της τότε Αθήνας, που είχε εγκαταστήσει ήδη τη δημοκρατία (όπως την φαντάζονται ίσως γενικά οι Έλληνες), και αποφάσισαν να βρουν έναν τρόπο να βάλουν κάποια τάξη στην αταξία που τους έδερνε. Ίσως επειδή έβλεπαν τους γείτονες Σπαρτιάτες να  έχουν εντελώς αλλιώτικη συμπεριφορά, και ντρεπόντουσαν για τη διαφορά αυτή ανάμεσα στους ανθρώπους των δύο αυτών αστικών κέντρων της πολύ παλιάς εκείνης εποχής της αρχαιότητας.

Και τί κάνουν οι διοικούντες τότε την πόλη; Λένε αναμεταξύ τους: «Ρε παιδιά, δεν πρέπει να βρούμε κάποιον να βάλει μια τάξη στα πράγματα; Αυτή η υπόθεση δεν πάει άλλο. Κάτι πρέπει να κάνουμε, γίναμε ρεζίληδες σε όλους τους τριγύρω μας, μας κοροϊδεύουν για το κατάντημά μας. Να βρούμε έναν σκληρό από τους ανθρώπους που έχουμε στην πόλη, και να του πούμε να βάλει σε μια νομοθεσία που δεν την έχουμε, να βάλει πολύ αυστηρούς νόμους και να στρώσει αυτή η απαράδεκτη κατάσταση. Εμπρός λοιπόν!»

Εύκολα το λες, αλλά τα λόγια πρέπει να μεταφράζονται και σε πράξεις. Άντε τώρα να βρεις μέσα σε μια κοτζάμ Αθήνα, έναν άνθρωπο που να είναι σκληρός και να αναλάβει αυτό το δύσκολο έργο να φτιάξει μια ανάλογη νομοθεσία. Αλλά μέσα σε τόσους Αθηναίους, δεν θα βρεθεί ένας άνθρωπος που και τις γνώσεις έχει, και την αποφασιστικότητα να γίνει ο νομοθέτης που τόσο πολύ τον χρειάζεται το «κλεινόν άστυ»; Και λοιπόν, βρέθηκε ο άνθρωπος αυτός, όταν φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο, πολλά μπορούν να γίνουν.

Ο άνθρωπος που έψαχναν να βρούνε και τελικά τον βρήκαν, ήταν ένας κάποιος που το όνομά του ήταν Δράκων. (του Δράκοντος, τω Δράκοντι, τον Δράκοντα, ώ Δράκων, έτσι κλίνεται αυτό το όνομα). Δεν ήταν ένας άγνωστος πολίτης της πόλης αυτός ο άνθρωπος, τον ήξεραν από καιρό οι άρχοντες και οι διοικούντες την Αθήνα. Τον φώναξαν λοιπόν, και του είπαν το τί περιμένουν απ’ αυτόν. «Οι νόμοι μας δεν είναι καθόλου αποδοτικοί, χρειαζόμαστε μια αληθινή και μοντέρνα νομοθεσία. Είσαι πρόθυμος να κάνεις κάτι τέτοιο;»

Μάλιστα, ήταν έτοιμος, ίσως να είχε σκεφτεί πάνω σε αυτά τα ζητήματα και να είχε εκφράσει δημόσια και τις απόψεις του. Και γι’ αυτό να τον ήξεραν οι συντοπίτες του. Και στρώθηκε αμέσως στη δουλειά. Που ήταν -όπως είπαμε- η σύνταξη ολόκληρου του νομικού συστήματος, κάτι που χρειάζεται σήμερα πάμπολλες συνεδριάσεις της Βουλής, συζητήσεις επί συζητήσεων, αντιπαραθέσεις, αντεγκλήσεις και πολλή φασαρία. Για να ψηφιστεί τελικά και να πάρει το δρόμο προς το τυπογραφείο, όπου τυπώνεται η  «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», στην οποία δημοσιεύονται όλοι οι νόμοι και οι εγκύκλιοι των υπουργείων.

Ο Δράκοντας αυτός, (θα χρησιμοποιούμε από τώρα και στο εξής την ονομασία αυτή, όπως την λέμε σήμερα, ο Φαίδωνας του Φαίδωνα όπως λέμε), έφτιαξε ένα αρκετά πολύπλοκο νομοθετικό σύστημα, που περιλάμβανε πολύ αυστηρούς νόμους. Τέτοιους, που και σήμερα, όταν μιλάμε για κάποια δραστικά μέτρα, τα ονομάζουμε «Δρακόντια». Ο νομοθέτης αυτός, όρισε τη δημιουργία δικαστηρίων, ανώτατου δικαστηρίου από πλήθος πολιτών αποτελούμενο, που δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε νομική σχολή, που άλλωστε δεν υπήρχε πουθενά στις παλιές εκείνες εποχές. Και κανόνισε και πολλές άλλες διαδικασίες, έπεσε όμως κι αυτός -όπως και κάποιοι προηγούμενοι- στο ίδιο λάθος, που θα το πούμε αμέσως παρακάτω.

Λοιπόν, πριν και από την εποχή του Δράκοντα, όταν κάποιος Αθηναίος πολίτης, χρωστούσε στο Δήμο -κάτι σαν τη σημερινή Εφορία- ή και σε ιδιώτες, κάποιο ποσό που δεν μπορούσε να το πληρώσει, η πολιτεία ή ο ιδιώτης, τον πουλούσε δούλο σε ένα σκλαβοπάζαρο, ακριβώς όπως πουλάνε τώρα στις λαϊκές αγορές τα διάφορα εμπορεύματά τους, λαχανικά και άλλα. Αντίθετα εντελώς με το ότι γίνεται  στη σημερινή εποχή, στην οποία πολλοί χρωστάνε από χρόνια στο κράτος φόρους και δεν τους πληρώνουν, χωρίς να έχουν κάποιες σοβαρές επιπτώσεις από το νόμο. Τότε, στην εποχή στην οποία αναφερόμαστε, αν δεν πλήρωνες στην Αθήνα τα οφειλόμενα στο δήμο ή σε ιδιώτες (και τοκογλύφους βέβαια), σε πουλούσαν στο δουλεμπόριο, σε αγόραζε κάποιος που είχε τα απαιτούμενα φράγκα, και άντε μετά να βρεθεί να σε απελευθερώσει κάποιος, πληρώνοντας τα σχετικά με την αξία σου. Αυτόν το νόμο της πώλησης των «φεσαδόρων» σαν δούλους, τον διατήρησε ο Δράκοντας.

Φαίνεται πάντως, ότι ο Δράκοντας αυτός ήταν ο πρώτος που ξέρουμε από την ιστορία, που ξεχώρισε τους φόνους σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που διαπράττονται εν βρασμώ ψυχικής ορμής, και σε εκείνους που γίνονται κατόπιν προμελέτης. Στους πρώτους, οι ποινές ήσαν όπως φαίνεται πιο ελαφρές, στους δεύτερους ήσαν  σκληρότατες, ίσως  πριν τους κρεμάσουν στις πλατείες και στους δρόμους (όπως γινόταν πριν από τρεις αιώνες στην Αγγλία), τους έριχναν και καμιά  πεντακοσαριά μαστιγώματα, ίσως τους έκαμναν και άλλα βασανιστήρια. Τέτοια πράγματα κάνεις, τέτοια θα σου κάνουμε. Διάκριση  σε δύο ειδών φόνους, είχε κάνει και ο Μωυσής, αλλά εκεί επρόκειτο για αντιδιαστολή μεταξύ φόνων εξ αμελείας -τυχαίων δηλαδή- και φόνων με σκοπιμότητα.

Γενικώς ειπείν, οι νόμοι του Δράκοντα ήσαν πολύ αυστηροί, κυρίως όταν επρόκειτο για σοβαρά αδικήματα. Αστεία δεν περνούσαν με τη Δρακόντια νομοθεσία, δεν γλύτωνες με μικροποινές. Τώρα, το αν οι νόμοι αυτοί μπορούσαν να έχουν ισχύ σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο ίδιος ο Σόλωνας, που κράτησε τη νομοθεσία του Δράκοντα στο μεγαλύτερο μέρος της όταν νομοθέτησε κι αυτός μετά από καμιά εβδομηνταριά χρόνια, είχε πει το κλασσικό από τότε: «Ο νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης, τα δυνατά και βαριά έντομα τον τρυπάνε και περνάνε, τα αδύνατα και ελαφρά, πιάνονται σε αυτόν».

Αυτά έλεγε ο Δράκοντας, αυτά έλεγε κι ο Σόλωνας την εποχή εκείνη, που καμία σχέση δεν έχει ως προς την έκταση της εγκληματικότητας με τη σημερινή εποχή. Όχι μόνο την εντός του ελλαδικού χώρου αλλά και στις περισσότερες περιοχές του κόσμου. Αν στα παλιά εκείνα χρόνια, οι εγκληματικές πράξεις αφορούσαν ένα περιορισμένο είδος παραβατικότητας, στη σημερινή εποχή της μεγάλης προόδου σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, ο αριθμός και τα είδη των εγκληματικών πράξεων και γενικά των παραβάσεων, έχει πολλαπλασιαστεί. Πράγμα που οφείλεται και στη μεγάλη αλλαγή των συνθηκών ζωής μέσα σε αυτά τα δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Στη μεγάλη λόγου χάριν διαφορά επιπέδου ζωής ανάμεσα στους πλούσιους και τους πάρα πολύ φτωχούς, μια μεγάλη δηλαδή κοινωνική ανισότητα, που ασφαλώς δεν είχε τόση έκταση τα παλιά εκείνα χρόνια.

Ας αφήσουμε τώρα κατά μέρος την εγκληματικότητα και την παραβατικότητα γενικώς που υπάρχει σε άλλες χώρες, κι ας περιοριστούμε στο να δούμε αυτά που σε μας τους ίδιους συμβαίνουν, σε αυτά που βλέπουμε κάθε μέρα τριγύρω μας. Δεν χρειάζεται να είμαστε πολύ παρατηρητικοί για να μάθουμε το τί γίνεται ολόγυρά μας, αρκεί να ακούμε λίγα από αυτά που ανακοινώνονται στα δελτία των τηλεοπτικών ειδήσεων και στον έντυπο τύπο. Όπου βλέπουμε και ακούμε όλα όσα γίνονται κοντά μας, δίπλα μας και μέσα στα όρια της χώρας. Που καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας.

Από πού να αρχίσει κανείς και μέχρι πού να σταματήσει, αρχή έχουν αυτά που γίνονται, τέλος όμως όχι. Αν πάρουμε στα χέρια μας το Ποινικό και το Αστικό Δίκαιο, τα βιβλία στα οποία καταγράφονται οι πάσης φύσεως παραβάσεις, θα δούμε ότι σχεδόν όλες -ή μάλλον όλες- αυτές, παρατηρούνται και σε μεγάλη μάλιστα κλίμακα στα γύρω μας. Κλοπές, ληστείες, ένοπλες και μη, διαρρήξεις, απάτες όλων των ειδών, πλαστογραφίες, πλαστοπροσωπίες, συκοφαντικές δυσφημίσεις. Και στην κορυφή όλων αυτών, τα εγκλήματα πάσης φύσεως και αιτιολογίας, φόνοι, τραυματισμοί και πλήθος άλλων, που δεν είναι και τόσο μεγάλη ανάγκη να τα απαριθμήσουμε. Που δεν θα χρειαζότανε άλλωστε να αναφερθούν, είναι τόσο πολλά που είναι απόλυτα φυσικό να παραλειφθούν πολλά απ’ αυτά.

Για όλες αυτές τις; ποινικά κολάσιμες πράξεις, υπάρχει ένα τεράστιο πλαίσιο νόμων που προβλέπει και τις ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, αλλά και τα ελαφρυντικά που μπορεί να ισχύουν για την κάθε μια εξατομικευμένη περίπτωση. Αλλά τί παρατηρούμε στο ζήτημα της σημερινής νομοθεσίας, που θα έπρεπε να είναι συγχρονισμένη με τη σημερινή πραγματικότητα ; Ότι γενικά, οι ποινές που προβλέπονται και επιβάλλονται, είναι κατά το μάλλον και ήττον μικρές, σε αυτό θα μπορούσαμε να  ρωτήσουμε τους ανθρώπους της χώρας και θα βλέπαμε ότι αυτή θα ήταν η γνώμη τους. Πολύ μεγάλη παραβατικότητα σε όλους σχεδόν τους τομείς, πολύ χαμηλές οι ποινές που ο νόμος προβλέπει.

Είναι και κάτι άλλο. Υπάρχει πολύ μεγάλη καθυστέρηση στο θέμα της τελεσιδικίας. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος καταδικάζεται σε μια Άλφα ποινή, κάμνει συχνά -ή κατά κανόνα- έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης. Πρέπει να πάει η υπόθεση στο Εφετείο για να ξαναγίνει δίκη από την αρχή. Αυτή η επανάληψη, αργεί να γίνει, πολλές φορές παίρνει χρόνια, μέχρι και πενταετία μπορεί να περάσει. Κι όταν γίνει η δίκη στο Εφετείο, ο κανόνας είναι ότι η καινούργια απόφαση είναι διαφορετική από την πρωτόδικη, χαμηλή ή πολύ χαμηλή ποινή σε σχέση με την πρωτόδικη. Τί συμβαίνει εδώ; Μήπως επίτηδες στην πρώτη απόφαση βάζουν μεγαλύτερη ποινή απ’ όσο πρέπει, επειδή ξέρουν οι δικαστές ότι το Εφετείο θα την φέρει στα κανονικά της; Ή μήπως η πρώτη απόφαση είναι η σωστή, και το Εφετείο συμπεριφέρεται με επιείκεια;

Αλλά η ιστορία ίσως δεν σταματά εδώ, υπάρχει και το ανώτατο δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος. Που θέλει συχνά να διορθώσει τους πρωτόδικους και δευτερόδικους δικαστές, άπειρα παιδιά είναι και κάμνουν  λάθη. Ας έλθουμε τώρα εμείς να τους δείξουμε πώς απονέμεται η σωστή δικαιοσύνη, πόση πρέπει να ήταν από πρώτη αρχή η ποινή. Φυσικά, δεν μπορούν όλοι να προσφύγουν στον Άρειο Πάγο, η υπόθεση έχει μεγάλο κόστος, άρα αυτοί που ευνοούνται από μια τρίτη δίκη, είναι οι έχοντες τις τσέπες τους γεμάτες. Άδικο βέβαια.

Αλλά και η σε τρίτο βαθμό εκδίκαση της υπόθεσης, παίρνει χρόνο πολύ, περισσότερο κι από τις πρώτες δύο δίκες. Το ωραίο στην υπόθεση αυτή, είναι ότι τόσο στην έφεση, όσο και στην προσφυγή στον Άρειο Πάγο, πολλές φορές οι ποινές που επιβάλλονται, έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα, ο  καταδικασθείς δεν μπαίνει καθόλου στη «στενή». Πράγμα, που όπως βλέπουμε στις αμερικανικές ταινίες, δεν συμβαίνει και τόσο συχνά στις Πολιτείες.

Πάμε τώρα σε άλλη φάση. Πήρε ο κατηγορούμενος στην πρωτόδικη ή και δευτερόδικη δίκη, μια καταδίκη τριάντα χρόνων, έχει κάνει φόνο μετά ληστείας, αλλά έχει το ελαφρυντικό του λεγόμενου «πρότερου έντιμου βίου», δηλαδή δεν ήταν έντιμος ο άνθρωπος, απλώς είχε λευκό ποινικό μητρώο. Που δεν σημαίνει βέβαια κατά κανένα τρόπο ότι είναι τριαντάχρονη κάθειρξη, όχι, κάθε άλλο. Μπορεί να βγει -και αυτό συνήθως γίνεται- σε δεκαοχτώ χρόνια, ακόμα και σε δώδεκα, έχει δείξει -ο Θεός και η ψυχή του το ξέρει- καλή διαγωγή στη φυλακή. Οπότε τα τριάντα χρόνια είναι σχεδόν πάντα κατ’ όνομα, όποιο έγκλημα έκανε, πάει, σβήνεται σε… ας πούμε δεκαοχτώ χρόνια. Πρέπει λέει να είμαστε και πολύ επιεικείς.

Αυτά συμβαίνουν στην ελληνική νομοθεσία και την εφαρμογή της. Και ύστερα, σου έρχεται να φωνάξεις με φωνή μεγάλη: «Πού ‘σαι ρε Δράκοντα, να δεις τα χάλια μας!».

Πηγή

Leave your comments

Post comment as a guest

0
terms and condition.
  • No comments found